ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ

Ο ΜΑΡΙΝΟΣ ΑΝΤΥΠΑΣ υπήρξε από τα πιό σημαντικά πρόσωπα στη Κεφαλονιά και όχι μόνο. Γεννήθηκε το έτος 1872 στα Φερεντινάτα Πυλάρου και ήταν ο μεγαλύτερος γιός του Σπύρου Αντύπα και της Αγγελίνας το γένος Κλαδά από το Αργοστόλι. Αδέλφια του ήταν ο Μπάμπης ή (Μπαούτας) και η Αδελαίς. Ο Μαρίνος Αντύπας σπούδασε νομική και το έτος 1897 τον βρίσκουμε να παίρνει μέρος στη μάχη της Κρήτης όπου και τραυματίζεται. Η έντονη κριτική που άσκησε στο παλάτι για την έκβαση της μάχης και οι φλογεροί του λόγοι τον έφεραν σε σύγκρουση με το καθεστώς. Διώκεται και φυλακίζεται για ένα χρόνο στις φυλακές της Αίγινας.
Το 1900 ο Μαρίνος Αντύπας επιστρέφει στη Κεφαλονια και εκδίδει την εφημερίδα «Ανάσταση», διώχθηκε για τα άρθρα του με αποτέλεσμα να κλείσουν την εφημερίδα. Εκείνη την εποχή τον βρίσκουμε να βοηθάει τον πατέρα του, ο οποίος ήταν μαραγκός αλλά και ξυλογλύπτης, ένα από τα τέμπλα του είναι του Αγίου Γρηγορίου στο Χαμόλακο Πυλάρου. Ίδρυσε το «Λαϊκό Αναγνωστήριο» η ΙΣΟΤΗΣ που έγινε το πνευματικό κέντρο του Νησιού.
Φεύγει από τη Κεφαλλονιά για το Βουκουρέστι το 1903 όπου βρίσκει το θείο του Σκιαδαρέση τον οποίο μάλιστα έπεισε να έρθει στην Ελλάδα και να αγοράσει κτήματα. Ο Αντύπας έλαβε μέρος στις εκλογές του 1906 ως βουλευτής Κρανιάς, αλλά απέτυχε να εκλεγεί από το κατεστημένο που είχε συσπειρωθεί εναντίον του. Φεύγει για τον Πυργετό της Θεσσαλίας που ο θείος του μαζί με τον συμπατριώτη του Μεταξά είχαν αγοράσει ένα μεγάλο κτήμα, τσιφλίκι. Άρχισε να ασχολείται με το αγροτικό ζήτημα και τα δικαιώματα των αγροτών που ζούσαν σε άθλιες συνθήκες στην ύπαιθρο. Ο Μαρινος Αντυπας Προτείνει να μην εργάζονται την Κυριακή αλλά να πηγαίνουν τα παιδιά Σχολείο. Άρχισε να τους διδάσκει ανθρώπινα δικαιώματα. Οι αγρότες τον λάτρευαν, οι τσιφλικάδες άρχισαν να ανησυχούν ενώ συνάμα προετοίμαζαν το σχέδιο δολοφονίας του. Πλήρωσαν τον επιστάτη Κυριακού με 30.000 δραχ. να σκοτώσει τον Μαρίνο. Εκείνος προαισθάνθηκε το τέλος του κι έλεγε στους αγρότες «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ΄ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας». Το κακό δεν άργησε να έλθει και το βράδυ της 8ης Μαρτίου 1907 δέχθηκε πισώπλατα τη σφαίρα του Κυριακού. Ο θάνατός του προκάλεσε πανελλήνια συγκίνηση. Τάφηκε στο χώρο εκείνο που αγωνίστηκε. Οι αρχές κάλυψαν τον δολοφόνο του. Ο θείος του Σκιαδαρέσης, πικραμένος για το χαμό του ανιψιού του, πούλησε το τσιφλίκι κι έφυγε.